Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Η ιστορία της 1 Μαΐου

Ο Μάης δεν είναι μόνο ο μήνας που σφραγίζει την άνοιξη, αλλά και μήνας μνήμης και τιμής για τους αγώνες των εργατών, για μια πιο όμορφη και καλύτερη ζωή. Η Πρωτομαγιά είναι το «άνθος» αυτών των αγώνων, ένα άνθος ποτισμένο με θυσίες και αίμα.Την Πρωτομαγιά του 1886, οι εργάτες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ξεσηκώθηκαν ενάντια στο καθεστώς της απάνθρωπης εκμετάλλευσης με σύνθημα «Οκτώ ώρες δουλειά! Οκτώ ώρες μόρφωση και διασκέδαση! Οκτώ ώρες ύπνο!». Αιτήματα –διεκδίκησης ή διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργατών- που ακόμη και σήμερα, σε πολλές χώρες του κόσμου , παραμένουν ως επιτακτικές προτεραιότητες των εργατικών διεκδικήσεων.Οι αιματοβαμμένες εξεγέρσεις των εργατών του Σικάγο στις αρχές του Μάη του 1886, δεν ήταν απλώς μια αιφνίδια έξαρση της εργατικής αυθορμητικότητας. Έγιναν ύστερα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των εργατών στον Καναδά το 1872 και ήταν η οργανωμένη αντίδραση των Αμερικανών εργατών ενάντια στις απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες εργασίας τους. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 1884, πάρθηκε στο συνέδριο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας η απόφαση να γίνουν την πρώτη Μαΐου του 1886 απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις στο Σικάγο -το μεγαλύτερο τότε βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ. Στις 1 Μαϊου του 1886 (μια εργάσιμη μέρα) γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωσαν σ’ όλη τη χώρα, περίπου 190.000 είχαν κατέβει σε απεργία, από τους οποίους οι 80.000 στο Σικάγο. Μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, οι εργάτες, ξεκίνησαν για το χώρο της συγκέντρωσης, την πλατεία Haymarket, όπου διαδήλωσαν ειρηνικά. Οι εργοδότες όμως είχαν αντίθετη γνώμη, για την απεργία και τα αιτήματα των εργατών, και αντέδρασαν σε συνεργασία με την αστυνομία, την εθνοφρουρά, με τους οπλισμένους μπράβους αλλά και με τον ελεγχόμενο Τύπο ο οποίος είχε προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος.Σ’ όλη την περιοχή, γύρω από την πλατεία Haymarket, υπήρχαν παρατεταγμένοι λόχοι αστυνομικών και ειδικών δυνάμεων έτοιμοι να επιβάλουν την τάξη. Χίλιοι τριακόσιοι πενήντα άντρες της εθνοφρουράς, ‘βαριά’ οπλισμένα περίμεναν το σύνθημα για να διαλύσουν τη συγκέντρωση, το οποίο και έδωσε ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης λίγο αργότερα. Ξαφνικά, μια βόμβα έσκασε μέσα στο πλήθος, και οι αστυνομικοί μαζί με τους μπράβους άρχισαν να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση και ποτέ δεν έγινε γνωστό πόσα ακριβώς άτομα σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν εκείνη τη μέρα.Κάποιοι εργοδότες, τρομαγμένοι, υποχώρησαν και παραχώρησαν το οκτάωρο καθώς έβλεπαν την εξέγερση να εξαπλώνεται με γοργούς ρυθμούς σε όλες τις Αμερικανικές βιομηχανικές περιοχές και να κορυφώνεται στο Σικάγο. Σαράντα χιλιάδες εργάτες συνέχισαν την απεργία και όσοι εργοδότες δεν είχαν υποχωρήσει ακόμη, με μεγάλα έξοδα, προσπαθούσαν να σπάσουν την απεργία. Στις 3 Μαϊου, 10 χιλιάδες άνεργοι ήταν συγκεντρωμένοι έξω από ένα μεγάλο εργοστάσιο και αποδοκίμαζαν τους απεργοσπάστες. Ξαφνικά, χωρίς κανένα λόγο ή προειδοποίηση, οι αστυνομικοί και οι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν πάνω στο πλήθος. Οι πρώτοι νεκροί έπεσαν, και τα πρώτα κόκκινα μαντίλια, βαμμένα από το αίμα των χτυπημένων, έγιναν οι σημαίες της εξέγερσης! Οι εργάτες οργισμένοι χτυπιούνταν με το στρατό και την αστυνομία. Μόνο όταν ήρθαν ενισχύσεις κάμφθηκαν οι εργάτες. Ποτέ δεν έγινε γνωστός ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών αυτού του μακελειού. Η αγανάκτηση των εργατών κορυφώθηκε και άρχισαν να κυκλοφορούν προκηρύξεις που καλούσαν σε συγκέντρωση. Την άλλη μέρα, 15.000 εργάτες συγκεντρώθηκαν. Οι αστυνομικοί απέφυγαν να χτυπήσουν τη μέρα και περίμεναν τη νύχτα όπου αρχίσουν σε μεγαλύτερη κλίμακα τη σφαγή. Το πρώτο απόσπασμα από 125 αστυνομικούς έπεσε πάνω στους συγκεντρωμένους εργάτες.Παρά την ηρωική αντίσταση των εργατών, επικράτησε η αστυνομία, με εκατοντάδες νεκρούς και ομαδικές συλλήψεις, κλείσιμο των σοσιαλιστικών εφημερίδων και σύλληψη των διευθυντών τους, οχτώ από τους οποίους δικάστηκαν.Στις 9 Οκτωβρίου 1886 ανακοινώθηκε η ‘προαποφασισμένη’ ετυμηγορία ‘θάνατος δια απαγχονισμού’. Η ποινή εξετελέσθη στις 11 Νοεμβρίου 1887 και μόνο τέσσερις από αυτός -ο Σπάιτς, ο Φίσερ, ο ΄Ενγκελ και ο Πάρσονς- απαγχονίστηκαν, ένας –ο Λουί Λίνγκ- σύντριψε ο ίδιος το κεφάλι του καπνίζοντας ένα αυτοσχέδιο τσιγάρο με δυναμίτη στο κελί του, λίγο πριν τον οδηγήσουν στην αγχόνη και οι υπόλοιποι τρεις –ο Φίλντεν, ο Σβάμπ και ο Νίμπ- μια μέρα πριν εκτελεστούν, ο κυβερνήτης μετέτρεψε την θανατική ποινή τους σε ισόβια κάθειρξη και έμειναν 7 χρόνια στα κάτεργα.
Οι εργατικοί αγώνες, που πότισαν με το αίμα τους χιλιάδες εργάτες καθ’ όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, μπορεί να πρόσφεραν πολλά στην απόκτηση και επέκταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, να βελτίωσαν σημαντικά τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσής τους, δεν μπόρεσαν, όμως, να εξαλείψουν, από παντού και παντελώς, την καταπίεση και την εκμετάλλευση στους χώρους εργασίας. Εκείνη η πρώτη μέρα του «αμερικανικού» Μάη αποτελεί, έως σήμερα, για εκατομμύρια εργάτες και εργαζομένους σε όλον τον κόσμο, σύμβολο και ορόσημο αγώνα, για την «επανάσταση που δεν τέλειωσε», για την «επανάσταση που ξεστράτισε», για την «επανάσταση που μέλλει να γίνει». Γιατί σίγουρα, στις μέρες μας, η Πρωτομαγιά με το μαγιάτικο στεφάνι ως γιορτή της εργατικής τάξης, που περνά κρίση, θα μπορούσε να βοηθήσει στην ενδυνάμωση της συνείδησης για έναν κόσμο «βαθύτατα δημοκρατικό, αταξικό και χωρίς εγγενή εκμετάλλευση»

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

TO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζέ τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 0 ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό σεβόταν απόλυτα τήν ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δε δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νιαζόνταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του εσήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάπoιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μη συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει και ποτέ δε διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "σεμνά και ταπεινά", "πάταξις της διαφθοράς" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί στό βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.
(Κάθε μη ομοιότητα με γνωστά πρόσωπα και πράγματα είναι συμπτωματική)

Γιώργης Χολιαστός